Bιβλίο: Φωτεινός λαβύρινθος

Ιβάν Μπούνιν

Ο έρωτας του Μίτια

Μετάφραση – Επίμετρο: Βιργινία Γαλανοπούλου

Εκδόσεις: Οροπέδιο

Σελ.: 128

Ο Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Μπούνιν (1870, Βορόνεζ – 1953, Παρίσι) γράφει τον «Έρωτα του Μίτια» το 1924, σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών, ενώ βρίσκεται αυτοεξόριστος στην πόλη Γκρας, στις Παραθαλάσσιες Άλπεις. Κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου, με θέα «μια πελώρια έκταση σκεπασμένη με δέντρα [που] ξεκινάει απ’ τη θάλασσα και σιγά σιγά ανεβαίνει σχηματίζοντας κυματιστούς λόφους», 1 αναπαριστάνει, χάρη στη μνήμη,

το τοπίο της ρωσικής υπαίθρου, κάνοντας αυτό ακριβώς που του χάρισε συγγραφική φήμη ενώ ακόμα ζούσε στη Ρωσία, δίνοντας ανάγλυφες εικόνες της ζωής μέσ’ από τη σύνθεση ποιητικού και πεζού λόγου.

Ο Μπούνιν αρχίζει τη λογοτεχνική του πορεία δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές και διηγήματα λίγο πριν εκπνεύσει ο 19ος αιώνας, κι όταν ξεσπάει η Επανάσταση του ’17 θεωρείται πλέον φτασμένος συγγραφέας, έχοντας στο ενεργητικό του πλούσιο έργο κι αποκρυσταλλωμένο ύφος. Μ’ εξαίρεση τ’ αριστοτεχνικά «Ο κύριος από το Σαν Φρανσίσκο» (1915) και «Ανάλαφρη πνοή» (1916), στις περισσότερες νουβέλες και στα διηγήματά του κυρίαρχη θέση έχει η ρωσική επαρχία, που αποτυπώνεται αρκετά ρεαλιστικά μ’ όλες τις αντιφάσεις της: τη σκληρότητα, τον κυνισμό, το σκοτάδι της, αλλά και τη θρησκευτικότητα, τη δύναμη, τη μαγεία της. Κορυφαία δείγματα αυτής της δημιουργικής περιόδου του Μπούνιν είναι οι νουβέλες «Το χωριό» (1910) και «Στεγνή κοιλάδα» (ή «Σουχοντόλ», 1912), όπου ο συγγραφέας διαγράφει τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται – κατά την άποψή του – η ζωή στη Ρωσία: το υποστατικό και το χωριό, οι επαρχιώτες αριστοκράτες και οι μουζίκοι.

Επηρεασμένος καθώς είναι από τον Λέοντα Τολστόι, σκιαγραφεί (ίσως με νεορομαντική διάθεση) την ηθική που επικρατεί στη ρωσική ύπαιθρο και που είναι, λίγο – πολύ, πατριαρχική. Πολύ αργότερα, θα συνοψίσει αυτή του την αγάπη για την «αληθινή», όπως πιστεύει, Ρωσία: «Πόσο όμορφα είναι όλ’ αυτά… η έρημη κρύα νύχτα στα χωράφια, η ζεστή φιλόξενη βραδιά στην πόλη, οι μουζίκοι κι οι μικροαστοί που έτρωγαν κι έπιναν – η παλιά επαρχιακή Ρωσία, μ’ όλη της την τραχύτητα, την πολυμορφία, το σθένος και τη νοικοκυροσύνη». 2

Το σίγουρο είναι ότι η γραφή του Ιβάν Αλεξέγιεβιτς, χωρίς να εμφανίζει ριζικές αλλαγές, αποκτά νέα χαρακτηριστικά, που παρατηρούμε κατεξοχήν στον «Έρωτα του Μίτια» – έργο στο οποίο ο συγγραφέας επαναδιατυπώνει τις αισθητικές του αντιλήψεις. Η απομάκρυνση από τη Ρωσία έχει ως συνέπεια ν’ αναδειχθεί ως κυρίαρχο στοιχείο η μνήμη και η λειτουργία της: η μνήμη δεν αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά τη διαμορφώνει, καταγράφει μόνο ό,τι είναι σημαντικό (ό,τι «αξίζει», όπως λέει ο συγγραφέας), καταλύει τα σύνορα ανάμεσα στον χρόνο και τον χώρο και φτιάχνει μια διαφορετική αλυσίδα αιτίων κι αιτιατών.3 Επόμενο είναι ν’ αρχίσει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη συνείδηση· έτσι, ενώ στα έργα της προεπαναστατικής περιόδου η μοίρα των ηρώων του Μπούνιν σφραγίζεται από δυνάμεις πέρα από τον έλεγχό τους, από τη δεκαετία του ’20 και μετά τα αίτια αναζητούνται στις βαθύτερες διεργασίες του νου και της ψυχής. Η τραγική κατάληξη του Μίτια εξηγείται όταν φωτίζονται εκείνοι οι ψυχικοί μηχανισμοί που οδηγούν στον διχασμό της συνείδησής του, στην αποκοπή από την καθημερινότητα: λίγο πριν από το τέλος, ο Μίτια, σε μια κατάσταση ανάμεσα στ’ όνειρο και στο ξύπνιο, κινείται ταυτόχρονα σε δύο χρόνους και δύο τόπους («καταλάβαινε ότι ήταν στο δωμάτιό του… όμως την ίδια στιγμή περπατούσε σ’ ένα άγνωστο σπίτι»)· όμως και σ’ όλη τη νουβέλα παρακολουθούμε τον ήρωα να χάνεται στον συναισθηματικό του λαβύρινθο ενώ περιπλανιέται σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο.

Ο «Έρωτας του Μίτια», που δημοσιεύεται το 1925 στο Παρίσι, προκαλεί αίσθηση και σχολιάζεται ποικιλότροπα. Πολλοί βλέπουν τον Μπούνιν σαν επίγονο του Τουργκένιεφ, ενώ θεωρούν ότι αντλεί το θέμα του από τον «Σατανά» του Τολστόι ή ότι επιχειρεί να ξαναγράψει τη «Σονάτα του Κρόιτσερ». Σε γενικές γραμμές, οι επικρίσεις που δέχεται επισημαίνουν ότι η ζωή στην εξορία στερεί τον συγγραφέα από τη ζωτική τροφή, που αποτελεί τον μοχλό της δημιουργίας του, γι’ αυτό και τα έργα τούτης της περιόδου δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικά καινούριο στην πρόζα του. Αντίθετα, άλλοι πιστεύουν ότι ο Μπούνιν, τα χρόνια αυτά, γράφει τα καλύτερα έργα του, καθώς ο ίδιος εξελίσσεται ως συγγραφέας αλλά και ως προσωπικότητα.

Αυτήν ακριβώς την ειδυλλιακή ομορφιά της φύσης ο συγγραφέας μάς τη μεταφέρει μ’ αριστοτεχνικό τρόπο κι ο αναγνώστης την αντιλαμβάνεται όχι μόνο με τα μάτια της φαντασίας αλλά και με τις πέντε αισθήσεις. Όμως η φύση στον Μπούνιν δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, «δεν είναι κάτι που υπάρχει ξέχωρα από μας, αλλ’ η παραμικρή πνοή του αέρα καθρεφτίζει τις αλλαγές που γίνονται μέσα μας, στη ζωή μας». 4 Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά του με τον Τουργκένιεφ, στον οποίο η φύση είναι το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η δράση, το ακομπανιαμέντο που δεν γίνεται ποτέ μελωδία. Αντίθετα, ο Μπούνιν, καθώς απομακρύνεται από την παραδοσιακή ψυχολογική πρόζα, εμφανίζει το φυσικό τοπίο ως καθρέφτη του υποσυνείδητου· μέσ’ από τις ιμπρεσιονιστικές περιγραφές αποτυπώνει τα συναισθήματα μ’ όλες τις αποχρώσεις τους, ψυχή και φύση γίνονται ένα, σύμφωνα με το φιλοσοφικό του πιστεύω. Άλλωστε ο κήπος αναδεικνύεται ως πρωταγωνιστής στον «Έρωτα του Μίτια», χωρίς να του δίνονται ούτε στιγμή ανθρώπινα χαρακτηριστικά – μάλλον συμβαίνει το αντίστροφο: ο άνθρωπος διαχέεται στη φύση. Έτσι βλέπει τον κόσμο ο Μπούνιν, κι αυτή του η ενατένιση συνθέτει και την κοσμοθεωρία του.

Στη νουβέλα, η αφήγηση των γεγονότων αφορά περίπου έξι μνήμες (από τον Δεκέμβριο, όταν ο Μίτια γνωρίζει την Κάτια, μέχρι τον Ιούλιο και την αυτοκτονία του), όλα τα υπόλοιπα σχετικά με τη ζωή του ήρωα μας δίνονται μέσ’ από τις αναμνήσεις – κι εδώ παρατηρούμε πόσο συνυφασμένο είναι στο μυαλό του Μπούνιν το ειδυλλιακό με το παρελθόν.

Αυτό το ήσυχο περιβάλλον, όπου η ζωή είναι απλή, αντιπαρατίθεται με το αστικό τοπίο και την επιτηδευμένη, πνιγηρή του ατμόσφαιρα – μια αντιπαράθεση που ο συγγραφέας μάς δίνει ανάγλυφα με το ταξίδι της επιστροφής του Μίτια από τη Μόσχα στη γενέτειρά του. Οι χωρικές, συνομήλικες της Κάτιας, φέρονται φυσικά, απροσποίητα, ενίοτε ελαφρώς άξεστα για τα δεδομένα της πόλης, τραγουδούν λαϊκά τραγούδια για τη χαρά της εργασίας και μιλούν με παροιμίες – ίσως όλ’ αυτά να παρουσιάζονται εξιδανικευμένα, όμως από την ύστερη δημιουργία του Μπούνιν λείπει εντελώς οποιαδήποτε κοινωνική κριτική. Ο Μίτια διαβάζει ποιήματα του Φετ και του Τουργκένιεφ και βλέπει την οπτασία της Κάτιας στη γεμάτη γιασεμιά βεράντα ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού· η αγωνία του για την παρακμή της υπαίθρου εκφράζεται μέσ’ από την απέχθειά του για την ουρμπανιστική κουλτούρα, την οποία ενσαρκώνει η Κάτια, που κρατάει παρτιτούρες του Σκριάμπιν κι απαγγέλλει Μπλοκ. Έχουμε έτσι μια σύγκρουση αξιών ανάμεσα στις πατριαρχικές αρχές του Μίτια, μ’ έντονες τις τολστοϊκές επιδράσεις, και τις φιλοδοξίες της Κάτιας.

Σημειώσεις:

1. Απόσπασμα από την αυτοβιογραφική Ζωή του Αρσένιεφ, μτφρ. Β.Γ., Ροές, Αθήνα, 2011.

2. Η ζωή του Αρσένιεφ, ό.π.

3. Σ.Ι. Κορμίλοφ, История русской литературы ХХ века (20-90-е годы). Основные имена [Ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα (1920-1990): σημαντικότερα ονόματα], МГУ, Μόσχα, 2008.

4. Η ζωή του Αρσένιεφ, ό.π.

Διαβάστε επίσης:

Βιβλίο: Περεγρίνος, ένας ήρωας όλων των εποχών!

Βιβλιόφιλοι: Η ανάγνωση και τα «διπλά βιβλία της ηθικής»

Βιβλίο: Η ιστορία ενός αποδιοπομπαίου τράγου

Keywords
Τυχαία Θέματα
Bιβλίο, Φωτεινός,Bivlio, foteinos