O φόβος τρώει τα σωθικά

Του Τάσου Θεοδωρόπουλου (πηγή: www.iefimerida.gr)

Εκεί έξω μυρίζει αίμα από σφαγεία. Έχεις δύο επιλογές. Να φρικάρεις ή να καταλάβεις τι σημαίνει καθαρή πρωτεΐνη. Ξεκινώντας από τη γεύση του δικού σου αίματος. Κατανοώντας το, παρατηρώντας το, αγαπώντας το. Δεν διαφέρει από το αίμα κανενός άλλου. Το ότι είναι δικό σου δεν το καθιστά πιο πολύτιμο. Ίσως γιατί δεν είναι δικό σου. Είναι και της μάνας σου και του πατέρα σου και του αδελφού

σου. Είναι αίμα των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων. Που ξεκίνησαν από ένα, κάτι οτιδήποτε, ανεξάρτητα από το που πιστεύεις. Πάντως ένα ήταν αυτό που ξεκίνησε τα πάντα. Κι ένα αυτό που κυλάει μέσα σε όλους. Χρειάζεσαι αίμα για να ζήσεις, μερικές φορές όμως για να ζήσεις, μπορεί να χρειαστεί από μέσα σου και λίγο αίμα να χύσεις. Με αίμα καλύπτεις τη διατροφή σου από τα σφαγεία, κι αίμα μεταλαμβάνεις σαν πιστός χριστιανός στην εκκλησία με σεβασμό. Αυτό το σεβασμό που δεν μπορείς να νοιώσεις απέναντι στο αίμα του άλλου, γιατί φοβάσαι το πόσο συγγενής σου είναι.

Δεν είμαι ήρωας κι ούτε ποτέ μου επιθυμώ να γίνω. Δεν διαθέτω τα χαρίσματα, την τρέλα ή τη σωματική ρώμη του ήρωα. Να σου πω την αλήθεια, πιο φοβισμένος κι από σένα είμαι. Ο πρώτος που τρέχει στα 30τόσα του στη μαμά του είμαι. Έχω ένα χάρισμα. Άλλοι το έχουν σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από μένα ή το εκμεταλλεύονται καλύτερα. Το να γράφω. Μάλλον να γράφω αυτό που σκέφτομαι και αισθάνομαι, μερικές φορές με υπερβολικό παρορμητισμό. Για μένα αυτό είναι το αίμα μου που χύνω όμως. Ο ομφάλιος λώρος που με κρατάει συνδεδεμένο με τη μήτρα των ανθρώπων. Ο πλακούντας της εμβρυακής μου αθωότητας. Και της καθυστερημένης μου ενηλικίωσης.
Λίγες μέρες πριν, έφαγα ξύλο από αγνώστους, χύνοντας λίγο κι απ” το άλλο μου αίμα. Λίγο καιρό μετά από ένα δημοσίευμα της φυλλάδας «Στόχος» για το άτομο μου, με βρισιές που δεν μου έκαναν και ιδιαίτερη εντύπωση εφ” όσον τις έχω ξανακούσει. Τυχαίο; Δε νομίζω. Δημοσιοποίησα αυτό που μου συνέβη, όσο πιο απλά και συγκρατημένα μπορούσα, όχι να χριστώ «μάρτυρας». Σπασικλάκι του καναπέ είμαι. Το έκανα γιατί ξέρω ότι «ο φόβος τρώει τα σωθικά» όπως λέει και η ταινία του Φασμπίντερ. Και δίνει δύναμη στον εχθρό. Το έκανα για όσους εκεί έξω έχουν φάει ξύλο και δεν είχαν καν κάπου να το πούνε ή να το δημοσιοποιήσουν, ντρεπόντουσαν ή φοβόντουσαν. Μόνο αν καταπολεμήσεις το φόβο, έχεις ελπίδες απέναντι στην κτηνώδη λογική του φασίστα. Γιατί στο φόβο σου ποντάρει.
Στα 20 χρόνια που γράφω με το όνομα μου, μόλις κατάλαβα ότι πάντα αυτό πολεμούσα. Έστω κι αν πολλές φορές άθελα μου γινόμουνα εργαλείο του. Το φόβο. Το να μην γράψεις κάτι για κάποιον που είναι φίλος του αφεντικού σου και απολυθείς, κάτι που θα το διαβάσουν οι δικοί σου και θα σε «ξεγράψουνε». Η δημοσιογραφία, όσο δημόσια κι αν είναι, πρέπει να είναι προσωπική σαν γραφή. Με όποιο κόστος έκθεσης. Να ξεκινάει από τα δικά σου βιώματα μέσα από τα οποία προσπαθείς να καταλάβεις τον κόσμο. Το γύρω σου.
Ζω σε αυτή την πόλη από πάντα. Την περπατάω μετά τα μεσάνυχτα από τα 10 μου. Την έχω θρέψει με τον ιδρώτα μου, τα όνειρα μου και τους εφιάλτες μου. Κι αυτή το ίδιο. Έχει ιστορίες να πει για μένα, που ντρέπομαι να ειπωθούν, κι έχω ιστορίες να πω γι αυτήν, που θα έπρεπε να επέμβει εισαγγελέας. Είχαμε ως τώρα μια συνωμοτική συνύπαρξη βαμπιρικής αλληλεξάρτησης. Πάλι το αίμα βλέπεις. Μια συνύπαρξη που πολύ φοβάμαι ότι πλέον δεν υπάρχει.

Έχω ξαναβρεθεί ξαπλωμένος στο τσιμέντο των δρόμων της, όμως με έναν διαστροφικό τρόπο, μου φαινόταν φιλόξενο και ζεστό καθώς σκόνιζε τα γδαρμένα μάγουλα μου με τα ίχνη της υπόγειας ζωής της. Αυτή τη φορά μου φάνηκε άγνωστο, μεταλλαγμένο, σαν ληγμένη τροφή. Όση ώρα τρεις άγνωστοι με κλωτσούσαν πεσμένο, λέγοντας μου «σε ξέρουμε πούστη» καταλάβαινα ότι ίσως μάλλον εγώ πρέπει να ξαναμάθω τον εαυτό μου. Χωρίς τη συμμαχία της πόλης γύρω μου αυτή τη φορά. Το μόνο που κατάφερα να τους πω, προφυλάσσοντας το πρόσωπο μου από τις κλωτσιές τους, ακούστηκε σαν ατάκα από σίριαλ. Ένα «τι έγινε ρε παιδιά;».Δεν αισθάνθηκα θυμό. Ούτε ντροπή. Και αυτό με έκανε υπερήφανο. Ένα περίεργο, αρνητικό δέος μόνο υπήρχε μέσα μου. Απέναντι σε κάτι που ξεπερνούσε την αντίληψη μου. Δε θα έπρεπε να ξεπερνάει την αντίληψή μου. Αυτό ήταν το λάθος μου κι αυτό έπρεπε να συμβεί για να το καταλάβω.

Τι είναι αντίληψη; Αυτό που βλέπουμε; Κι οτιδήποτε δεν βλέπουμε είναι εκτός της αντίληψης μας; Και δικαιολογεί την άγνοια μας; Τη βολή μας; Το ξεφύλλισμα ειδήσεων Κυριακή πρωί με καφέ και κρουασάν και τα σχόλια τύπου «κοίτα να δεις τι συμβαίνει γύρω μας;» Αυτό δεν είναι αντίληψη. Αυτό είναι επιλεκτική οπτική. Γιατί τα πάντα είναι εκεί δίπλα μας. Κι εμείς απλά τα προσπερνάμε. Στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών μέσα στα οποία ως τώρα δεν έχει μπει μια κάμερα να καταγράψει τις συνθήκες κράτησης, ένας δημοσιογράφος να ζήσει τρία 24ωρα με τους κρατούμενους. Μόνο επιδερμικά δημοσιεύματα για ξυλοδαρμούς, μολυσματικά κρούσματα και ψυχιατρικά περιστατικά. Έναν 20χρονος λαθρομετανάστης που κρεμάστηκε προχτές στο ΑΤ Γρεβενών για να μην επιστρέψει στην πατρίδα του. Με ελληνικούς επαναπατρισμούς, χωρίς κριτήρια αξιολόγησης και ψυχολογική γνωμάτευση, που εξισώνονται με ωμές προμελετημένες δολοφονίες χωρίς να ανοίξει ρουθούνι.
Εγώ απλά πέρασα έξω από ένα μπαρ 5.30 το πρωί. Είδα έναν τυπάκο να κάνει οχτάρια, του είπα χαριτολογώντας «παρ” το ίσια», με ίσιωσε με ένα μπουκέτο στο δρόμο και δύο φίλοι του μετά με κλωτσούσαν χωρίς φρένο, λέγοντας μου «σε ξέρουμε πούστη». Μπορεί να μη με ήξεραν. Και να μην με ήξεραν, εφημερίδες όπως ο «Στόχος», έχουν κάνει ότι μπορούν για να με μάθουν, σαν στόχο. Μισητό απέναντι στην νεοφασιστική ελληνορθόδοξη ισορροπία, μιας χώρας που αμετάκλητα πλέον, έχει μπει σε νέα φρικαλέα τάξη πραγμάτων.
Θέλω να πω, πως ειλικρινά δε με νοιάζει πλέον αν με ξέρουν ή όχι. Γιατί πρώτα από όλα οφείλω να μάθω αυτούς που εγώ δεν ξέρω. Όσους ανέφερα παραπάνω. Μετανάστες που κρατούνται παράνομα, ανήλικα που εκπορνεύονται χωρίς τη θέληση τους και διασύρονται στα media ως φορείς του HIV, γκέι και λεσβίες επαρχιακών περιοχών που ζούνε καθημερινά με φόβο ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, χωρίς να έχουν καν την πολυτέλεια της ανωνυμίας μιας «μεγάλης» πόλης.

Εξευτελισμένους ανθρώπους σε δημόσια νοσοκομεία και αστυνομικά τμήματα, φοβισμένους «διαφορετικούς» κλειδαμπαρωμένους σε μια απομίμηση «κανονικής» ζωής για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Το ότι δεν τους ξέρω, όσο και όπως θα έπρεπε, είναι η δική μου ντροπή. Αυτό ναι. Και ο λόγος που ίσως έπρεπε να μου συμβεί αυτό που μου συνέβη. Για να ξεπεράσω την έπαρση του ότι «με ξέρουνε» όλοι αυτοί που τονώνουν το ναρκισσισμό μου κάνοντας LIKE στα καναπεδάτα εμπρηστικά μου σχόλια στο facebook, και να μπω στη διαδικασία του να «τους μάθω» να τους καταλάβω κι εγώ. Οπότε, προς το παρόν, απέναντι σε όλους αυτούς, απλά οφείλω να πω συγγνώμη. Και να καταλάβω τώρα που είχα την ευκαιρία, το αίμα μου. Με αυτή την περίεργη γεύση όταν στάζει στα χείλη σου, που μοιάζει σαν να γλύφεις μπαταρία. Kαι σου δίνει ενέργεια να συνεχίσεις.

Keywords
Τυχαία Θέματα