Πρωτογενές 4,5% δίνει περιθώριο για μέρισμα

Στην τριμηνιαία έκθεση του για την πορεία του προϋπολογισμού της Βουλής και έχοντας διαθέσιμα τα στοιχεία Ιανουαρίου -Σεπτεμβρίου, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής θεωρεί ότι υπάρχει περιθώριο για μέρισμα αλλά τονίζει ότι όπως και τα προηγούμενα χρόνια θα πρέπει να διατηρεί ένα μαξιλάρι ασφαλείας για ενδεχόμενες μελλοντικές στατιστικές αναθεωρήσεις .

Σε ότι αφορά το 2019 η έκθεση υπογραμμίζει την θετική πορεία βιομηχανικής παραγωγής λιανικών πωλήσεων,

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάκαμψη της οικονομίας θα συνεχιστεί, επικαλούμενη και τα στοιχεία των φθινοπωρινών εκτιμήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής .

Συγκεκριμένα τονίζει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα φτάνει το 2% του ΑΕΠ για το 2019 -2020, αν εφαρμόζονταν η περικοπή των συντάξεων και να κοινωνικά αντίμετρα που ψηφίστηκαν 2017. Σημειώνει επίσης ότι σύμφωνα με την επιτροπή η υλοποίηση των μέτρων πολιτικής που έχει προτείνει η ελληνική κυβέρνηση στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2019 (όπως η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς των συντάξεων) είναι συμβατή με την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ ενώ συνεπάγεται ελαφρά δημοσιονομική χαλάρωση και άρα μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομική μεγέθυνση, η οποία μπορεί να διαμορφωθεί σε 2,3% του ΑΕΠ την διετία 2019-2020.

Πιέσεις από τα αναδρομικά

Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται ο κίνδυνος δημοσιονομικών πιέσεων από μια δυσμενή νέα απόφαση του ΣτΕ στο θέμα των αναδρομικών των συντάξεων αλλά και του ίδιου του νόμου Κατρούγκαλου, αν τεθεί θέμα ίσης μεταχείρισης παλαιών και νέων συνταξιούχων, με τους δεύτερους να δικαιώνονται

Όπως τονίζεται, σημαντική πηγή αβεβαιότητας αποτελεί και η κλιμάκωση των δημοσιονομικών πιέσεων υπό το βάρος δικαστικών αποφάσεων που ακυρώνουν εφαρμοσμένες μισθολογικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για καταβολή των αναδρομικών ποσών σε μισθωτούς και συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων που προέκυψαν από τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποτελεί μια πράξη συμμόρφωσης στη συνταγματική νομιμότητα.

Ωστόσο, προκύπτουν ζητήματα ίσης μεταχείρισης καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές γιατί οι μισθολογικές και συνταξιοδοτικές περικοπές ήταν συνταγματικές σε κάποιες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών, αλλά αντισυνταγματικές σε κάποιες άλλες. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να εγείρει επιπλέον δικαστικές διεκδικήσεις από άλλες κατηγορίες μισθωτών ή συνταξιούχων με σημαντικό δημοσιονομικό ρίσκο.

Η αβεβαιότητα αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε εκλογικό κύκλο με εντεινόμενο πολιτικό ανταγωνισμό, ο οποίος μπορεί να στείλει αντιφατικά μηνύματα όσον αφορά τις δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής και να διαταράξει τις ευνοϊκές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί.

Δεν υπάρχει υπερφορολόγηση

Σε ότι αφορά την φορολογική επιβάρυνση, σχολιάζοντας και την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, η έκθεση τονίζει ότι η Ελλάδα έχει μεν την υψηλότερη επιβάρυνση σε έμμεσους φόρους που φτάνει το 15,8% έναντι 11,9% στο μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού, αλλά τονίζει ότι συνολικά η επιβάρυνση από φόρους στην Ελλάδα δεν είναι η υψηλότερη.

Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι σε επίπεδο Ευρωζώνης, ο μέσος όρος εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές ως ποσοστό του ΑΕΠ για το 2016 διαμορφώνεται στο 37,3%.

Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Γαλλία (45,3%), το Βέλγιο (44,2%) και η Φινλανδία (44,1%), ενώ στις τελευταίες θέσεις η Ιρλανδία (23%), η Λετονία (30,2%) και η Σλοβακία (32,7%).

Η Ελλάδα με 38,6% βρίσκεται στην έβδομη υψηλότερη θέση από τις 16 χώρες της Ευρωζώνης που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ, δηλαδή λίγο πιο πάνω από τη μεσαία θέση της κατάταξης. Ειδικότερα τονίζεται ότι σε ότι αφορά τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές η Ελλάδα βρίσκεται στην 12η θέση ανάμεσα στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ ενώ σε ότι αφορά την φορολογία του κεφαλαίου βρίσκεται στην Πέμπτη θέση ανάμεσα στα κράτη μέλη του Οργανισμού .

Πρόβλημα εποπτικών αρχών

Η τριμηνιαία έκθεση του προϋπολογισμού επισημαίνει και τα δύο περιστατικά τα οποία θεωρεί ότι επηρεάζουν σημαντικά την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών σε ότι αφορά την εμπιστοσύνη στις ελληνικές εποπτικές αρχές.

Η πρώτη είναι η περίπτωση της Folli Follie με τις παραβάσεις σε ότι αφορά τους ισολογισμούς του ομίλου και τον αντίκτυπο του θέματος και η δεύτερη είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα από Κινέζους επενδυτές με πληρωμές που έρχονταν στην Ελλάδα μέσω POS ελληνικής συστηματικής τράπεζας.

Τονίζεται επίσης ότι οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Η διαφορά από τους γερμανικούς τίτλους από 364 μονάδες βάσης στις αρχές του έτους έχει διαμορφωθεί στις 385, ενώ από τους πορτογαλικούς τίτλους η διαφορά από 210 μονάδες βάσης έχει διαμορφωθεί στις 236 μονάδες. Η διαφορά από την Ιταλία έχει μειωθεί από τις 201 μονάδες στην αρχή του έτους στις 81 αλλά αυτό οφείλεται στην αύξηση των αποδόσεων των ιταλικών δεκαετών τίτλων, ενώ με την Ισπανία η διαφορά έχει επίσης αυξηθεί, από 251 μονάδες βάσης στην αρχή του έτους έχει φτάσει στις 262.

Σημειώνεται ακόμη ότι οι αποδόσεις των τίτλων του δημοσίου επηρεάζουν το σύνολο των εγχώριων επιτοκίων και διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δρώντας αποτρεπτικά για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.

Συμπληρωματικά σε αυτό, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών, περιορίζει τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις εγχώριες επενδύσεις και την ανάκαμψη της οικονομίας. Το ενδεχόμενο μιας βραδύτερης από την αναμενόμενη αύξησης των επενδύσεων το 2019, σε συνδυασμό με μία ταχύτερη επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης για τα εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης για το επόμενο χρόνο σημειώνει η έκθεση ..

Keywords
Τυχαία Θέματα