Αντώνης Καρυώτης: Ο τραγικός λόγος που μάθαμε τον Αντώνη…

Δεν φιλοδοξούσε να μπει σε κάθε σπίτι. Ούτε πίστευε ποτέ, όσο ζούσε, ότι θα μάθαινε το όνομά του όλη η Ελλάδα και θα σπάραζε γι’ αυτόν. Μαζί του πέθανε και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο

Ο,τι κι αν γράφει το πόρισμα του ιατροδικαστή, η αιτία θανάτου του Αντώνη ήταν η ανθρωποφαγία. Προχθές το βράδυ στο λιμάνι η μοίρα τού έστειλε μπροστά του δύο τέρατα.

Από τον Βασίλη Γαλούπη

Αυτά ήταν που αποφάσισαν να γράψουν το τέλος του Αντώνη. Ενας άκακος νέος κανιβαλίστηκε από τον κτηνανθρωπισμό. Τον σκότωσαν εν ψυχρώ επειδή μπορούσαν.

Τόσο απλά.

Η στιγμή που οι δολοφόνοι του στέκονται και χαζεύουν, ατάραχοι, το κορμί του 36χρονου να τραβιέται στη ρουφήχτρα από τις προπέλες του καραβιού απαθανατίζει τον πάτο του ανθρώπινου είδους. Γύρισαν την πλάτη και συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους. Δεν ένιωσαν ότι πρέπει να ασχοληθούν περισσότερο, έστω να ρίξουν ένα σωσίβιο.

Ο Αντώνης δεν φιλοδοξούσε να μπει σε κάθε σπίτι. Ούτε πίστευε ποτέ, όσο ζούσε, ότι θα μάθαινε το όνομά του όλη η Ελλάδα και θα σπάραζε γι’ αυτόν. Δεν ήθελε να μας σοκάρει, δεν επιδίωξε να πεθάνει, μαζί του, η ελπίδα μέσα μας για ένα καλύτερο αύριο.

Ενα φτωχόπαιδο ήταν ο Αντώνης Καρυώτης. Ενας βιοπαλαιστής μιας δεκαμελούς οικογένειας. Αγωνιούσε κάθε μέρα να τα φέρει βόλτα, θρηνούσε τη μάνα του, είχε να αντιμετωπίσει και μια σημαδεμένη τράπουλα από τη μέρα που γεννήθηκε. Οχι μόνο δεν επωφελήθηκε από προνόμια, αλλά οι συντοπίτες του λένε ότι ο Αντώνης πάλευε με τη νοητική υστέρηση. Με το χαμόγελο κι αγαπητός σε όλους, έκανε παραπάνω απ’ όσα μπορούσε. «Το αναπηρικό κίνημα απ’ άκρη σ’ άκρη σε ολόκληρη τη χώρα έχει εξοργιστεί και ταυτόχρονα θρηνεί για τον χαμό του 36χρονου συμπολίτη μας με αναπηρία, με τον βάναυσο τρόπο που έγινε στο λιμάνι του Πειραιά» ανακοίνωσε χθες η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, ζητώντας δικαιοσύνη.

«Τον αγαπούσε όλος ο Αγιος Νικόλαος κι αυτό δεν είναι υπερβολή» είπε μέσα στον θρήνο του ο αδερφός του: «Δεν είχε σταθερή δουλειά, δεν είχε μάθει κάποια τέχνη, δεν είχε σπουδάσει, αλλά αγαπούσε τους πάντες και τους βοηθούσε». Κι ένας γνωστός του νοσηλευτής, που ταξίδευε με το ίδιο καράβι, είπε ότι «φορούσε συνεχώς ένα μπλουζάκι που έγραφε ΚΤΕΛ Λασιθίου και έμπαινε σε λεωφορεία. Πότε κατέληγε στο Ρέθυμνο, πότε στα Χανιά. Βγήκε από το πλοίο, πήγε να μπει τελευταία στιγμή για να φύγουμε και έγινε ό,τι έγινε. Δεν μπορούσε να φροντίσει για την επιβίωσή του, έπρεπε να φροντίσουμε οι υπόλοιποι γι’ αυτόν…»

Αυτοί που σκότωσαν τον Αντώνη, με έναν τρόπο που πάγωσε ακόμα και το «εκπαιδευμένο» πλέον στην κτηνωδία αίμα μας, αποδεικνύουν ότι ο πιο αδύναμος σ’ αυτή τη ζωή δεν κινδυνεύει μόνο από τα μεγάλα συμφέροντα, από την πανίσχυρη εξουσία, από ανθρώπους που κρατούν τα ηνία της ανθρωπότητας στα χέρια τους και δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για τα δισεκατομμύρια που υποφέρουν γύρω τους.

Στην πραγματικότητα απειλούνται, ίσως και περισσότερο πια, από τη γενικευμένη και γιγαντωμένη σκατοψυχιά της διπλανής πόρτας, που μπορεί πλέον να πέσει πάνω μας σαν κεραυνός οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Από τι υλικά χωματερής πρέπει να είναι κανείς φτιαγμένος για να πετάξει έναν άνθρωπο σαν σακί μέσα στο μίξερ της προπέλας καραβιού, για να νιώσει ότι έτσι αποκτά έστω και στιγμιαία υπόσταση, εξουσία και μαγκιά;

Το πλοίο συνέχισε κανονικά την πορεία του. Θα είχε φτάσει ήδη στον προορισμό του, θα είχε αποβιβάσει τους πελάτες και θα ετοιμαζόταν για ένα επόμενο δρομολόγιο. Αν δεν υπήρχαν τα βίντεο, η ζωή θα συνεχιζόταν κανονικά. Το αφήγημα ότι ένας βιαστικός ταξιδιώτης γλίστρησε και πνίγηκε θα είχε «τρυπήσει» επιτυχημένα ακόμα μια φορά το έτσι κι αλλιώς εξασθενημένο ανοσοποιητικό μας.

Το όνομα του Αντώνη δεν θα το μαθαίναμε ποτέ. Η απάθεια που έχει πια κατακάτσει σ’ όλη την κοινωνία, αυτό το «πάμε κι όπου βγει», θα θριαμβολογούσε ξανά. Το μπόλιασμα της αναισθησίας, της ασυδοσίας και του κρετινισμού ξεκίνησε από τα ψηλά. Για να προστατέψει μια ελίτ. Ομως έγινε τόσο έντονα και συστηματικά, που πότισε σιγά σιγά όλα τα στρώματα.

Κι έφτασε στα πιο χαμηλά. Το αίσθημα ατιμωρησίας έχει εξελιχθεί στον ύψιστο θεσμό της χώρας. Ο τρόπος που ένας απλός υπάλληλος πετάει στη θάλασσα συνάνθρωπό του και αμέσως επιστρέφει κανονικά στη δουλειά του δείχνει ξεκάθαρα ότι πιστεύει πως δεν θα τον αγγίξει κανένας νόμος, ότι «δικαιούται» να σκοτώσει για να ξεθυμάνει τα νεύρα του.

Κάποτε ο μεροκαματιάρης συμπονούσε τον διπλανό του. Δεν είχαν λεφτά, δεν είχαν εξουσία, αλλά είχαν έστω αυτό για να στέκονται όρθιοι. Τώρα χάθηκε. Τώρα ψάχνουν τον λίγο πιο αδύναμο για να βγάλουν εκεί το άχτι τους κάποια ανθρωπάκια που στην υπόλοιπη ζωή τους έχουν καταντήσει καρπαζοεισπράχτορες.

Στον Αντώνη έμελλε να δει τον ήλιο μόνο για 36 χρόνια. Αυτοί που τον σκότωσαν θα συνεχίσουν, με μια στάση στη φυλακή, να περιφέρουν τον παχυδερμισμό τους ανάμεσά μας. Οι πολιτικοί θα κάνουν κι από μια δήλωση -πετυχημένη ή αποτυχημένη- για να βγάζουν την υποχρέωση.

Κι εμείς, σε κάμποσο καιρό, θα ξεχάσουμε πάλι και τους φονιάδες και τον νεκρό.

Περιμένοντας τους νέους Αντώνηδες, που θα σκοτώνονται κάθε φορά και με πιο σκληρό τρόπο μπροστά στα σοκαρισμένα smartphones μας, για να ξυπνάει έστω και για λίγο η ανθρωπιά μας.

Οσο αντέξει κι αυτή…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΥΩΤΗΣ

Βιοπαλαιστής, άτομο με αναπηρία

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε πριν από 36 χρόνια στον Αγ. Νικόλαο Λασιθίου Κρήτης κι έχασε προχθές τη ζωή του με φριχτό τρόπο από μέλη του πληρώματος του πλοίου «Blue Horizon» της Attica Group. Μέλος δεκαμελούς οικογένειας, ζούσε σε εργατικές κατοικίες μαζί με τις δύο αδερφές του. Πρόσφατα είχε χάσει τη μητέρα του. Αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω νοητικής αναπηρίας και ήταν άκακος άνθρωπος της βιοπάλης, προσπαθώντας με δουλειές του ποδαριού να βγάλει ένα μεροκάματο για να βοηθήσει την οικογένειά του. Φίλοι και γνωστοί του λένε ότι του άρεσε να ταξιδεύει.

Keywords
Τυχαία Θέματα