Το τελευταίο μας πάρτυ

Δεκαετία του ’60. Αυτή η χρυσή δεκαετία, μέσα στην οποία τα πάντα απογειώθηκαν. Μουσική, ποίηση, κινηματογράφος. Το μόνο που οπισθοδρόμησε ήταν η πολιτική, η οποία ως γνωστόν μονίμως οπισθοδρομεί, για την πλέμπα και… εμπροσθοδρομεί για τους πολιτικούς.

Tου Χρήστου Μπολώση

Βρήκα λοιπόν στο διαδίκτυο αυτή τη φωτογραφία και την χάζευα ώρες. Οι κοντές φούστες, οι μακριές κάλτσες, σέϊκ και κυρίως μπλουζ. Τα ζευγαράκια που λικνίζονται, σήμερα θα πρέπει να είναι 65ρηδες+. Ήταν οι πρώτοι εφηβικοί μας χοροί. Και λίγο μετά, πόσο

γρήγορα αλήθεια, έφθασε το τελευταίο μας πάρτι

Σ’ αυτές τις  περιπτώσεις, οι ρομαντικοί λένε ότι ένα ροζ συννεφάκι τους τύλιξε και τους γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Τώρα το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε αυτό ακριβώς συνέβη και με μένα και με γύρισε φευ πάρα πολλά χρόνια πίσω, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60, που λέγαμε.

Μαθητές Γυμνασίου τότε, αρχίσαμε να εξερευνούμε άγνωστα μονοπάτια και τα πάρτι της εποχής έδιναν κάποιες απαντήσεις σ’ αυτά.

Η διοργάνωση ενός πάρτι ήταν ολόκληρη επιχείρηση.

Πρώτα-πρώτα έπρεπε να εξασφαλιστεί φιλόξενη… στέγη, γεγονός που  απαιτούσε αρκετό χρόνο «ψησίματος» των γονέων, διότι βέβαια το πάρτι σε κάποιο σπίτι στελέχους της παρέας θα γινόταν  και αυτό είχε ως συνέπεια το σπίτι να καταλήξει να γίνει λωρίδα της Γάζας.

Ακολουθούσε η αυστηρή επιλογή των προσκεκλημένων, διότι τότε δεν ήταν όπως σήμερα μπάτε σκύλοι αλέστε ή «είδα φως και μπήκα». Οι προσκλήσεις γίνονταν  με συνωμοτικό τρόπο. Ενημερώνονταν οι εκλεκτοί, χωρίς όμως να το μάθουν οι ανεπιθύμητοι και έχουμε ιστορίες. Άκρα μυστικότητα δηλαδή.

Και φτάναμε στο ακανθώδες οικονομικό. Να τα αναλάβει ο οικοδεσπότης όλα τα έξοδα, ούτε λόγος. Έτσι είχαμε ανακαλύψει το… στρίβειν δια του ρεφενέ, και το πρόβλημα είχε  λυθεί με τον καλύτερο τρόπο. Ήτοι το συνολικό κόστος δια του αριθμού των συμμετεχόντων. Το πηλίκιον, που έλεγε και κάποιος, της διαιρέσεως ήταν το αντιστοιχούν  ποσόν εις έκαστον των συμμετεχόντων, σχεδόν ποτέ δε, δεν  ξεπερνούσε το δεκάρικο.

Τα εδέσματα, κυρίως, ή μάλλον αποκλειστικά, ήταν οι ξηροί καρποί. Τώρα αν κάποια μαμά φιλοτεχνούσε τίποτις καφεδάκια ή τυροπιτάκια (ε, να φάνε και κάτι  τα παιδιά…) , καλοδεχούμενα.

Ποτό. Εδώ αποκλειστικά και μόνον βερμούτ, κατά προτίμηση χύμα, για την συμπίεση του κόστους. Ήταν ένα ελαφρύ ποτό νοστιμότατο. Για λόγους πρεστίζ το μεταγγίζανε σε φιρμάτα μπουκάλια. Κάτι ανάλογο με αυτό που θα κάναμε αργότερα με το κονιάκ που προσφέραμε στους επισκέπτες των στρατιωτικών φυλακίων, χύμα του κερατά, αλλά σε μπουκάλια των πέντε αστέρων Μεταξά!…

Και ερχόμαστε στη μουσική. Εκεί τα σκήπτρα κρατούσε και δεν τον απείλησε ουδείς, ο Καναδοαμερικανός Πωλ Άνκα, με εκείνο το λίαν παθιάρικο Crazy Love, που γαλούχησε αρκετές γενιές τότε τηνέϊτζερς και σήμερα άστα να πάνε, αλλά και την υπέροχη Νταϊάνα του, καμία σχέση με την «αδικοχαμένη λαίδη», που λένε και τα σταυρόλεξα. Ακολουθούσε ο Νιλ Σεντάκα με το άλλο παθιάρικο, το You mean everything to me, αλλά και το τσαχπίνικο Oh Carol, που χορευόταν από τσα τσα μέχρι… τσάμικο.

Πολύ ψηλά στις προτιμήσεις των νέων της εποχής, βρίσκονταν και οι…Πιατέλες ή αγγλιστί The Platters, με την μεγάλη τους επιτυχία  Only you, να έχει συμβάλει πολλαπλώς, στην… σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, ενώ εξ΄ ίσου υπέροχη, ήταν και η προσευχή τους (My prayer).

Υπήρχε και ένα υπέροχο λατινοαμερικάνικο συγκρότημα οι Chacachas, με δύο μεγάλες επιτυχίες που κυριάρχησαν για μεγάλο διάστημα στα πάρτι της εποχής το Canalla, το οποίο επειδή άρχιζε με την λέξη «ΑΕΚ» ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, το λάτρευα. Μεγάλη τους επιυχία και το  Eso es el amor το οποίο άρχιζε αργά αργά και κατέληγε σε ζωηρότατο ρυθμό.

Βέβαια την δική τους θέση είχαν και τα πρωτοεμφανιζόμενα τότε ελληνικά συγκροτήματα, πολλά από τα οποία ήταν πάρα πολύ αξιόλογα, όπως οι Charms (‘’Γλυκειά αγαπημένη’’, ‘’Το καλοκαίρι πέρασε’’, ‘’Να μείνουμε πάντα παιδιά’’, τον συγκλονιστικό ‘’Διωγμό’’κ.α.), οι Θεσσαλονικείς Ολύμπιανς (‘’Ο τρόπος’’, ‘’Σχολείο’’, ‘’Συγγνώμη’’ κ.α.), οι Φόρμινξ, από τους οποίους «ξεπήδησε» ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, αλλά και ο Τάσος Παπασταμάτης (κορυφαίο τους το ‘’Τζερόνυμο Γιάνκα’’ αλλά και τα ‘’Love without love’’, ‘’Our last September’’, ‘’Mandjourana’s  shake’’, ‘’Love without love’’, ‘’Dream in my heart’’ κ.α.), οι  Άϊντολς (‘’Σούδωσα την αγάπη μου’’, ‘’Ένα κορίτσι μούχε πει’’, ‘’Τρικυμία στην καρδιά μου’’, κ.α.). Τον τραγουδιστή τους Λάζαρο Παπαγεωργίου τον είχα μαθητή στην ΣΕΑΠ και σκαρώσαμε ένα υπέροχο και αξέχαστο σουαρέ το 1971!…

Και μέσα  σ’ αυτήν την μαγεία μουσικής και άλλων τινών, κάπου κάπου εμφανιζότανε η μαμά ή κάποια θεία, δήθεν για να πάρει κάτι από τον μπουφέ ή να ρωτήσει μήπως θέλουνε τίποτα τα παιδιά.  Τι να θέλαμε; Αυτό που θέλαμε το κρατούσαμε στην αγκαλιά μας… Άλλος ήταν ο σκοπός της εφόδου. Ο έλεγχος ότι όλα βαίνουν καλώς (μη μας κάνουν το σπίτι Σόδομα και Γόμορα…)

Μ’ αυτά και μ΄ αυτά, κυλούσε όμορφα η βραδιά. Με χορό, φλέρτ κα βερμουτάκι. Πόσες και πόσες οικογένειες δεν στήθηκαν σ΄ εκείνα τα πάρτι και πόσα σημερινά ζευγάρια με χιόνια στα μαλλιά δεν δακρύζουν όταν ακούνε το Crazy Love ή το «Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο», ενώ σκύβουν διακριτικά να μη τους δουν τα εγγονάκια τους και αρχίσουνς τις… ενοχλητικές ερωτήσεις.

Μα για στάσου! Τι είναι αυτό που ακούγεται; Θαρρώ πως είναι οι  Άϊντολς. Μα ναι, σίγουρα αυτοί είναι. Να και οι στίχοι του Νίκου Μαστοράκη. Τι γλυκειά και η μελωδία του Mason Barry 

Τελειώνει η γιορτή κι η μουσικήψιθύριζα τον ίδιο τον σκοπό
και τότε σε είδα εκεί πολύ αργάκαι τόλμησα δειλά να σου πω.

Δώσε μου λίγες στιγμέςστο τελευταίο μας πάρτι
δώσ’ μου τα χείλη σουπριν φύγει για πάντα η νύχτα.

Σ’ αγάπησα πολύ μα ήταν αργά οι δρόμοι μας χωρίσαν ξαφνικά,
σε κοίταξα στα μάτια μια φορά και σ’ άφησα μαζί με την χαρά.

Δώσε μου λίγη ζωή στο τελευταίο μας πάρτι
δώσ’ μου την άνοιξη πριν πούμε για πάντα αντίο.

Ξέρουμε καλά πως τελειώνει εδώ η αγάπη σαν μια μελωδία.

Δώσε μου λίγες στιγμές στο τελευταίο μας πάρτι
δώσ’ μου τα χείλη σου μη φύγει για πάντα η νύχτα.

Κάποια γιαγιά είχε πει: «Τότε που δεν περνάγαμε καλά, περνάγαμε καλύτερα από τώρα που περνάμε καλά».

Σαν νάχε δίκιο η γιαγιά…

Keywords
Τυχαία Θέματα