«Ένα-δύο-τρία, θα σπάσουμε τα σύνορα να μπούμε στην Τουρκία»

Είδα το βίντεο με τους ντοπαρισμένους υπαξιωματικούς της ΣΜΥ που ούρλιαζαν σαν τρελοί μπροστά στον τρομαγμένο υφυπουργό Άμυνας και στον Α/ΓΕΣ. Στην αρχή γέλασα, όπως όλοι. Αλλά ένα αδιόριστο συναίσθημα θλίψης ήρθε αμέσως στην επιφάνεια.

Του Άγγελου Μόσχοβα

Μου ήρθαν στο νου αναμνήσεις από πολύ παλιά. Ήμουν 18-19. Με έναν ξάδελφο μου, οι γονείς μας, μας πρεσάριζαν να δώσουμε εξετάσεις για τη ΣΤΥΑ. Υπαξιωματικοί της αεροπορίας, εδάφους. «Εξασφαλισμένο μέλλον,

καλός μισθός» ήταν το επιχείρημα. Εμείς – χαβαλέδες – χάσαμε τις… ημερομηνίες. Φρύαξε ο θειός μου. «Τότε θα πάτε ΣΜΥ» . Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, πεζικάριοι δηλαδή. Άντε πάλι φροντιστήρια, γεωμετρία που σιχαίνομαι (σιγά, στα μπιλιάρδα τη βγάζαμε…). Κάποια ωραία πρωία μπαίνουμε στο τραίνο και πάμε Τρίκαλα, ένθα η έδρα της ΣΜΥ. Δώσαμε αγωνίσματα, βγήκαν τα αποτελέσματα, περάσαμε το πρώτο τεστ. Σε κανα δυό βδομάδες, πάλι τραίνο, πάλι Τρίκαλα. Είχαμε τα γραπτά. Μπαίνουμε στο κτίριο της Σχολής, ψαρωμένοι κατά τις 8 το πρωί. Πεντακάθαρος στρατώνας, ένα επιβλητικό πέτρινο κτίριο θυμάμαι και μια κουκουβάγια. Το σήμα της ΣΜΥ. Στοιχιζόμαστε. Ήμασταν καμιά εκατοστή αν θυμάμαι καλά. Οι αξιωματικοί, ήταν χαλαροί, μην μας προγκήξουν εξ αρχής. Ο υπεύθυνος της Σχολής μας βγάζει και έναν δεκάρικο, αλλά χαλαρό.

Εγώ, σε αναμμένα κάρβουνα. Κάποια στιγμή, ακούμε φωνές από μακριά. Γυρίζουμε το κεφάλι. Σε λίγο διακρίναμε καθαρά: Από το στίβο μάχης έρχονταν οι «αλφάδες». Οι μαθητές του πρώτου έτους δηλαδή. Από δίπλα τους οι «βητάδες». Ούρλιαζαν στο αυτί τους. Τα δύστυχα πρωτάκια ούρλιαζαν και αυτά. Φορτωμένοι με όπλα, κράνη, εξαρτύσεις, ίδρωναν και έτρεχαν με ρυθμό φωνάζοντας: «Ένα-δύο-τρία, θα σπάσουμε τα σύνορα να μπούμε στην Τουρκία» και λοιπά εθνοπατριωτικά.

«Εγώ, ξάδελφε, φεύγω. Δεν κάθομαι εδώ που να με σταυρώνουν. Θα δώσω λευκή κόλλα» λέω στο δικό μου.

Μπήκαμε σε μια αίθουσα. Άφησα να περάσουν 5 λεπτά, παρέδωσα την κόλλα με τα θέματα, λευκή και έφυγα. Βγαίνοντας από την πύλη ξανάσανα. Ήξερα ότι πήρα τη σωστή απόφαση. Ο ξάδελφος μου, έδωσε κανονικά, μπήκε και έκατσε δυό χρόνια στο κολαστήριο. Λίγο πριν αποφοιτήσει από τη Σχολή, πέρασα με τη μηχανή να τον δω. Ήθελα δύο μήνες ακόμη. «Πως είσαι ρε;» τον ρώτησα γιατί τρόμαξα από αυτό που είδα στα μάτια του. «Αν μου πουν μένεις άλλους δύο μήνες ακόμη, θα αυτοκτονήσω» μου γύρισε. Τον κοίταξα στα μάτια, βαθιά. Το εννοούσε. Ευτυχώς πήρε μετάθεση, μετάταξη και σήμερα είναι συνταξιούχος.

Ακόμη μέχρι σήμερα, δεν ξέρω τι του έκαναν εκείνα τα δύο χρόνια. Βλέποντας όμως το βίντεο με τους φωνασκούντες πιτσιρικάδες, δεν είναι δύσκολο να μαντέψω.

Ένιωσα σαν να έβλεπα τάγματα εφόδου χρυσαυγιτών. Και εκεί η θλίψη έγινε οργή. Οργή και για τους αξιωματικούς τους και για την (πολιτική και στρατιωτική) ηγεσία του στρατού. Είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τ’ αυτιά τους τι μετάλλαξη παθαίνει ένας φανατισμένος νέος. Και αντί να ξηλώσουν όλο το σύστημα, χαζογελούσαν αμήχανα.

Ήθελα να είμαι εκεί να τους ουρλιάξω στο αυτί: ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕ!

Η μαμά-πατρίδα δε θέλει ανεγκέφαλα πειθαρχημένα, στρατόκαυλα και ντρεσσαρισμένα ανθρωπάκια.

Υ.Γ. Φαντάρος πήγα, δε λούφαρα. Ούτε τρελόχαρτο πήρα. Και πέρασα κι εκεί δύσκολα για ένα διάστημα. Και μάζεψα εμπειρίες ζωής. Και για το γαμημένο στρατόκαυλο σύστημα και για χαρακτήρες ανθρώπων. Μεγάλο μάθημα. Αλλά αυτά, θα τα πούμε κάποια άλλη φορά...

Keywords
Τυχαία Θέματα