Δημήτρης Λέντζος: «Τα ξυραφάκια»

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Λέντζου συστήνεται με τον μάλλον αντιποιητικό ή, καλύτερα, εξωποιητικό τίτλο Τα ξυραφάκια, μια λέξη που παραπέμπει με άκρα ευθύτητα στην ιδιαίτερη φύση και λειτουργία των ποιημάτων, στην ιδιότητά τους να επιφέρουν τομές στο ανθρώπινο γίγνεσθαι ή, ίσως, και πληγές, πλήγματα δηλαδή στην ανθρώπινη ύπαρξη, δεδομένου ότι μπορούν να αποκαλύψουν πλευρές ή πτυχές της επώδυνες, δυσβάσταχτες ή δυσθεώρητες. Το βιβλίο αποτελείται από ελευθερόστιχα ποιήματα με έντονο αφηγηματικό

χαρακτήρα, με διακριτή τη ροπή τους να αποτελέσουν ποιητικά μικροσυμβάντα ή μικροϊστορίες. Η ροπή αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ολιγοσύλλαβο των στίχων και σε ευθεία σύγκλιση με το πολύστιχο των ποιημάτων τεχνουργώντας, έτσι, ένα μεικτό αποτέλεσμα μέσα στο οποίο συνυπάρχει η απόλυτη ποιητικότητα, όπως προκύπτει από τη μορφή, με την αφηγηματικότητα, και μάλιστα δραματικού τύπου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο. Η δραματικότητα, μάλιστα, εντοπίζεται, πέρα από το επίπεδο της δράσης και της κίνησης προς ένα «τέλος», στην τραγικότητα των ιστοριών, στον τρόπο με τον οποίο αυτές περικλείουν γεγονότα και περιστατικά που επικυρώνουν την παρουσία του μοιραίου στη ζωή των ανθρώπων.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια άκρως ενδιαφέρουσα σύζευξη, που φέρνει τον αναγνώστη ενώπιον μιας σπάνιας συνάντησης και συνύπαρξης –μέσα στο ίδιο κειμενικό πλαίσιο– της ποίησης, της αφήγησης και του δράματος και, μάλιστα, με τρόπο τέτοιο ώστε οι τρεις αυτές πτυχές ή εκφάνσεις του λογοτεχνικού φαινομένου να ενοποιούνται πάνω στη βάση μιας κοινής παραμέτρου, που και τα τρία αυτά είδη διαθέτουν – τον ρυθμό. Γιατί το στοιχείο εκείνο που προκρίνεται και προεξάρχει σε όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματα είναι η απόλυτη κατίσχυση της ρυθμοποιίας ως πυρήνας όχι μόνο της σύνθεσης αλλά και του νοήματος ή του περιεχομένου που αυτή κλείνει στους κόλπους της. Θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει εδώ μια αναλογία και έναν αντικατοπτρισμό ανάμεσα στον ρυθμό των ποιημάτων και τον ρυθμό της ίδιας της ζωής που δημιουργείται και αναδύεται από τις συνεχείς μεταβάσεις, μεταπτώσεις και ανατροπές από τις οποίες αυτή είναι γεμάτη. Αυτή ακριβώς η διαδοχή των σκηνών, των γεγονότων, των περιστατικών ενός βίου αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο παρατίθενται και εξελίσσονται οι στίχοι των ποιημάτων, οι οποίοι επίσης βρίσκονται μεταξύ τους σε μια σχέση αλληλοδιαδοχής και αλληλεξάρτησης. Σε μια πιο τολμηρή θεώρηση, θα μπορούσε κάποιος να αποτολμήσει έναν παραλληλισμό των ποιημάτων του Λέντζου με ένα είδος νήματος που αρχίζει να ξετυλίγεται από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο στίχο, ένα νήμα όμως που καταλήγει να αποτελεί ένα πολύπλοκο υφαντό, το οποίο κλείνει μέσα του όλο τον ανθρώπινο βίο και μία από τις βασικότερες παραμέτρους και διαστάσεις του, την τραγική ειρωνεία με την οποία είναι βαθιά ποτισμένη κάθε έκφραση και έκφανσή του: Ακριβά τα γράμματα των φτωχών./ Ερημία./ Άκουσα φωνές αγαπημένες/ και γέλια άκουσα/ συμμαθητών/ «Μια λύπη»/ Αυτό ήταν το θέμα της έκθεσης σήμερα./ Έδωσα λευκή κόλλα κι έφυγα. («Γυμνάσιον Δούκα Ηλείας 1973»)

{jb_quote} Μια άκρως ενδιαφέρουσα σύζευξη, που φέρνει τον αναγνώστη ενώπιον μιας σπάνιας συνάντησης και συνύπαρξης –μέσα στο ίδιο κειμενικό πλαίσιο– της ποίησης, της αφήγησης και του δράματος. {/jb_quote}

Η θεματολογία του Λέντζου, παρόλο που δεν ξεφεύγει από τους παραδοσιακούς θεματικούς πυρήνες της ποίησης, εμφανίζει μια ιδιοτυπία από τις πιο χαρακτηριστικές και αξιοσημείωτες. Γιατί έτσι όπως αυτοί σφηνώνονται μέσα στις μικροϊστορίες –είτε προσωπικές είτε αντιπροσωπευτικές–, αλλάζουν κάπως χαρακτήρα και χροιά και αποκτούν τη λογική μιας αφήγησης παραμυθικού τύπου, ανάλογης με αυτές που συναντά κανείς στα δημοτικά τραγούδια και, πιο συγκεκριμένα, στο τόσο ενδιαφέρον και τόσο επιδραστικό είδος των παραλογών. Δεν θα ήταν ίσως άστοχο να ισχυριστεί κάποιος ότι τα ποιήματα του Λέντζου πραγματοποιούν σε κάποιο βαθμό μια αναβίωση του είδους, όχι τόσο στην πάγια και παγιωμένη μορφή του, όσο στα βασικά του γνωρίσματα. Ο καταιγιστικός ρυθμός, οι παράδοξοι ήρωες, η γρήγορη πλοκή, η χωνεμένη μέσα στους στίχους θυμοσοφία, το τραγικό τέλος, η δραματική κίνηση, το στοιχείο του υπερφυσικού που συναντά κανείς στα ανώνυμα αυτά δημοτικά τραγούδια, τα βρίσκει και στις συνθέσεις του Λέντζου οι οποίες, ωστόσο, ανανεώνουν σε μεγάλο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά καθώς τα τοποθετούν σε ένα νέο, σύγχρονο πλαίσιο με σαφείς τις αναφορές και τις συνδέσεις με τη συγχρονία.

Παρ’ όλα αυτά, η καταγωγική σχέση των ποιημάτων με τις παραλογές ή, πιο σωστά, ο τρόπος με τον οποίο τις ανακαλούν και τις θυμίζουν ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη γοητεία που ασκούν στον αναγνώστη, για την επενέργειά τους στη συνείδησή του, για την ιδιότητά τους να αποκαλύπτουν σε αυτόν την αλήθεια της ζωής ή, έστω, ένα μέρος της. Η θολή και αξεκαθάριστη πολλές φορές ατμόσφαιρα που τεχνουργεί ο ποιητής είναι τόσο υποβλητική, που αμέσως καλεί τον αναγνώστη σε μια καταβύθιση στο νόημα και την ουσία του ποιήματος, σε μια σχεδόν συγκλονιστική αποδοχή του γεγονότος ότι θολή και θαμπή είναι η ίδια η ζωή, γι’ αυτό και το ανθρώπινο βλέμμα επάνω της οφείλει να είναι οξύ και διεισδυτικό. Οφείλει να βλέπει πίσω από τους μύθους, τις εξιστορήσεις, τις πλασματικές αφηγήσεις, τη νομοτέλεια της ζωής. Οφείλει να βλέπει πίσω από την ποίηση την πραγματικότητα και την αλήθεια: Μετά τις λιτανείες/ ήρθε κι εκείνος ο καλόγερος/ ο ραβδοσκόπος/ που έτρεμαν τα χέρια του/ κρατώντας τη βέργα/ πάνω από το ξερό χώμα/ τον ποτίσαμε καλά/ τον πληρώσαμε καλά/ κι αρχίσαμε να σκάβουμε/ στο λιοπύρι και στην ξέρα/ μέχρι που φτάσαμε βαθιά/ έως τον άλλο κόσμο/ κι ούτε σταλιά νερό/ δεν βρήκαμε/ μας γέλασε εκείνος/ ο καλόγερος/ ο ραβδοσκόπος/ με τις βεβαιότητες/ τις προσευχές/ και τις προφητείες. («Ο ραβδοσκόπος»)

Τα ξυραφάκια
Δημήτρης Λέντζος
Μετρονόμος
σ. 82
ISBN: 978-618-5748-14-2
Τιμή: 10,60€

Keywords
Τυχαία Θέματα
Δημήτρης Λέντζος,dimitris lentzos